βάκηλος 1

βάκηλος 1.
Grammatical information: m.
Meaning: `womanlike man' (Antiph.), `eunuch in service of Cybele' (Luc.). Βάκηλος ἀπόκοπος, ὁ ὑπ' ἐνίων γάλλος, οἱ δε ἀνδρόγυνος, ἄλλοι παρειμένος, γυναικώδης H.
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Anat.
Etymology: Cf. κάβηλος and κάληβος with comparable meaning in H. Maaß RhM 74, 472ff. and Nehring Sprache 1, 165 assume metathesis. (Kretschmer Glotta 16, 192 compares Bakkhos; improbable.) Prob. Anatolian (= Pre-Greek?). - On the meaning Lucas RhM 88, 189f., Masson Rev. Phil. 41 (1967) 229
Page in Frisk: 1,211

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βάκηλος — βάκηλος, ο (Α) 1. ευνούχος στην υπηρεσία της θεάς Κυβέλης 2. θηλυπρεπής 3. βλάκας. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη ανατολικής προελεύσεως, που υποστηρίχθηκε ότι προήλθε με μετάθεση από τις λέξεις κάβηλος και κάληβος, που έχουν την ίδια σημασία στον Ησύχιο, ενώ… …   Dictionary of Greek

  • βάκηλος — eunuch in the service of Cybele masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακήλων — βάκηλος eunuch in the service of Cybele masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακήλως — βάκηλος eunuch in the service of Cybele masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκηλοι — βάκηλος eunuch in the service of Cybele masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάκηλον — βάκηλος eunuch in the service of Cybele masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • BACELUS — vir quidam effeminatus, totusque luxuriae deditus. Unde Proverb. Bacelo similis. Hesych. Βάκηλος, ὁ μέγας καὶ ἀνόητος, ἠ ` ὁ ἀπόκοπος, ὁ ὑπ᾿ ἐνίων Γάλλος. Ο᾿ι δὲ ἀνδρόγυνος, ἄλλοι παρειμένος, γυναςκώδης παρὰ Μενάνδρῳ Υμνιδι. Nic. Lloydius …   Hofmann J. Lexicon universale

  • τριβάκηλος — ὁ, Α (ως τίτλος κωμωδίας τού Ναιθίου) ο τρεις φορές θηλυπρεπής. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι * + βάκηλος «θηλυπρεπής, ευνούχος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.